A
|
Άβιος:
Αυτός που δεν έχει ζωή.
Αβιοτικό περιβάλλον:
Το σύνολο των αβιοτικών
παραγόντων του φυσικού περιβάλλοντος
(έδαφος, νερό, ατμόσφαιρα).
Οι βιότοποι.
Αβιοτικό σύστημα:
Το σύνολο των μη ζώντων
συστατικών ενός οικοσυστήματος
(νερό, ανόργανες ουσίες,
υγρασία, φως, θερμοκρασία,
κ.ά.). Ο βιότοπος.
Αγενής πολλαπλασιασμός:
Δημιουργία νέων
φυτών που προκύπτουν από
κομμάτια του ίδιου του φυτού
(κλαδιά, ρίζες φύλλα, κ.α.)
που ριζοβολούν. Τέτοιοι
τρόποι είναι: ο πολλαπλασιασμός
με μοσχεύματα, παραφυάδες,
καταβολάδες κ.α. Τα νέα
αυτά φυτά είναι όμοια ακριβώς
με το μητρικό.
Άγρια ζωή: Τα
μη εξημερωμένα σπονδυλωτά
ζώα (εκτός από τα ψάρια),
δηλαδή αμφίβια, ερπετά,
πτηνά και θηλαστικά.
Αγροοικοσύστημα:
Τεχνητό οικοσύστημα
που έχει δημιουργηθεί από
τον άνθρωπο με την άσκηση
της γεωργίας προκειμένου
να ικανοποιήσει τις ανάγκες
της διατροφής του. Είναι
ανοιχτό σύστημα, βρίσκεται
δηλαδή σε επικοινωνία με
το εξωτερικό του περιβάλλον,
με το οποίο ανταλλάσσει
ύλη και ενέργεια. Συνήθως
ενισχύεται με εισροές από
τον άνθρωπο (νερό, αγροχημικά
κτλ.) και εξάγει ως εκροές
τα παραγόμενα αγροτικά προϊόντα.
Αγρωστώδη: Μεγάλη
οικογένεια φυτών, πολύ σημαντική
για τον άνθρωπο. Τα δημητριακά.
Περιλαμβάνει το σιτάρι,
το κριθάρι, τη βρώμη, τη
σίκαλη, το καλαμπόκι, το
ρύζι, το σόργο, το κεχρί,
κ.α.
Αγροχημικά: Όλες
οι συνθετικές ουσίες που
χρησιμοποιούνται στη γεωργία.
Περιλαμβάνουν τα χημικά
λιπάσματα, τα παρασιτοκτόνα,
τα εντομοκτόνα, τα μυκητοκτόνα,
αλλά και τις ορμόνες (ρυθμιστές
ανάπτυξης).
Αερόβιος: Ο
οργανισμός που είναι προσαρμοσμένος
να ζει στον αέρα και μόνο
με την παρουσία ελεύθερου
οξυγόνου.
Αισθητικό δάσος:
Χαρακτηρίζεται
έτσι ένα δάσος ή φυσικό
τοπίο που έχει τέτοια ιδιαίτερη
αισθητική, υγιεινή και τουριστική
σημασία, ώστε να επιβάλλεται
η προστασία της πανίδας,
της χλωρίδας και του ιδιαίτερου
φυσικού κάλλους του. Βλ.
Και προστατευόμενα τοπία.
Ακάρεα: Αρθρόποδα
που μοιάζουν με μικροσκοπικές
αράχνες. Αρκετά από τα ακάρεα
είναι βλαβερά για τα καλλιεργούμενα
φυτά, όπως π.χ. οι τετράνυχοι,
ενώ υπάρχουν και ωφέλιμα,
αυτά δηλαδή που τρώνε τα
"βλαβερά".
Ακτινομύκητες: Αερόβιοι
μικροοργανισμοί (βακτήρια),
που μοιάζουν στη μορφή με
μύκητες. Πολλοί από τους
ακτινομύκητες βοηθούν στην
αποσύνθεση φυτικών και ζωικών
υπολειμμάτων στο έδαφος
και συντελούν στο σχηματισμό
του χούμου.
Αλατούχο έδαφος:
Έδαφος με υπερβολική
περιεκτικότητα σε άλατα.
Τέτοια εδάφη είναι ακατάλληλα
για την καλλιέργεια των
περισσότερων φυτών.
Αλληλεπίδραση: Η
αμοιβαία επίδραση μεταξύ
παραγόντων βιοτικών, αβιοτικών
ή βιοτικών-αβιοτικών.
Αμειψισπορά ή εναλλαγή
καλλιεργειών: Η
βάση ειδικού προγράμματος
εναλλαγή των καλλιεργειών
σε ένα συγκεκριμένο αγρό,
προκειμένου να μειώνονται
οι κίνδυνοι από εχθρούς,
ασθένειες, ζιζάνια και να
μην εξαντλείται το έδαφος.
Αμοιβαιότητα: Η
αλληλεξάρτηση (θετική) ειδών
κατά τέτοιο τρόπο, ώστε
εάν διαχωριστούν να μη μπορούν
να επιζήσουν μόνα τους.
Αναδάσωση: Δημιουργία
δάσους σε περιοχή που έχει
εξαφανιστεί η δασική της
βλάστηση.
Ανακύκλωση (ανακύκληση):
Η ειδική επεξεργασία χρησιμοποιημένων
και φαινομενικά άχρηστων
υλικών για επαναχρησιμοποίησή
τους (χαρτί, γυαλί, μέταλλα).
Ανάπτυξη: Οι
ποιοτικές μεταβολές ενός
οργανισμού ή μέρους αυτού
κατά τη διάρκεια του βιολογικού
του κύκλου.
Ανθεκτικά τεχνητά
εδάφη: Το τεχνητό
υπόστρωμα, όπου έχουν πολλαπλασιαστεί
οι ανταγωνιστές μικροοργανισμοί
των ανθεκτικών εδαφών και
το οποίο χρησιμοποιείται
για τον εμβολιασμό άλλων
εδαφών.
Ανθεκτικά φυσικά
εδάφη: Τα εδάφη
ορισμένων περιοχών στα οποία
έχει παρατηρηθεί ότι είναι
αδύνατο να αναπτυχθούν ορισμένα
παθογόνα. Αυτό συμβαίνει
διότι περιέχουν ανταγωνιστές
μικροοργανισμούς των φυτοπαθογόνων
αυτών. Μπορούμε να πάρουμε
χώμα από αυτά τα εδάφη και
να "μπολιάσουμε"
το έδαφος ενός κτήματος,
ώστε να γίνει και αυτό ανθεκτικό.
Υπάρχουν και τεχνητά ανθεκτικά
εδάφη.
Ανθεκτικότητα: Η
ικανότητα του φυτού να μην
προσβάλλεται από ένα η περισσότερα
παθογόνα. Στην ανθεκτικότητα
υπάρχουν διαβαθμίσεις, σε
κάποιες περιπτώσεις το φυτό
δεν προσβάλλεται καθόλου
από ένα παράσιτο, ενώ σε
άλλες το παράσιτο αυτό μπορεί
να προκαλεί κάποιες βλάβες
στο φυτό, αλλά χωρίς αξία
λόγου οικονομική ζημιά.
Ανθεκτικότητα κατακόρυφη
(ή εξειδικευμένη): Το
φυτό είναι ανθεκτικό σε
μια μόνη φυλή (βιότυπο)
ή σε μικρό αριθμό φυλών
του παθογόνου, ενώ είναι
ευαίσθητο στις υπόλοιπες
φυλές του παθογόνου.
Ανθεκτικότητα οριζόντια
(ή γενική): Το
φυτό παρουσιάζει μια σχετική
ανθεκτικότητα σε όλες τις
φυλές του παθογόνου.
Ανθρώπινο περιβάλλον:
Το περιβάλλον που
ανήκει, αναφέρεται, ή αρμόζει
στον άνθρωπο. Το φυσικό
και το τεχνητό περιβάλλον,
αλλά και όλοι οι άνθρωποι.
Ανθρωπογενές περιβάλλον:
Οτιδήποτε έχει
δημιουργήσει και προσθέσει
ο άνθρωπος στο φυσικό περιβάλλον.
Λέγεται και τεχνητό περιβάλλον.
Ανόργανα θρεπτικά
στοιχεία: Τα 16
χημικά στοιχεία τα οποία
τα φυτά χρειάζονται για
την ανάπτυξή τους. Με την
εξαίρεση των: C (άνθρακας),
του Η (υδρογόνου) και του
Ο (οξυγόνου) που τα παραλαμβάνουν
από το νερό και από τον
αέρα, όλα τα υπόλοιπα πρέπει
να τα πάρουν από το έδαφος.
Τα χημικά στοιχεία το Ν
(άζωτο), το Ρ (φώσφορος),
το Κ (κάλιο), το Ca (ασβέστιο),
το Mg (μαγνήσιο), το S (θείο),
χρειάζονται στα φυτά σε
σχετικά μεγάλες ποσότητες
και λέγονται μακροστοιχεία
ενώ τα: Fe (σίδηρος), Zn
(ψευδάργυρος), Mn (μαγγάνιο),
Β (βόριο), Cu (χαλκός) Cl
( χλώριο) και ο Mo (μόλυβδος),
χρειάζονται σε ελάχιστες
ποσότητες και λέγονται ιχνοστοιχεία.
Ανταγωνισμός: Η
αλληλεπίδραση (αρνητική)
ειδών κατά τέτοιο τρόπο,
ώστε να είναι αδύνατη η
χωρίς βλάβη συνύπαρξή τους.
Αντιπυρική ζώνη:
Φυσική ή τεχνητή
λωρίδα εδάφους που διασχίζει
ένα δάσος και από την οποία
έχει απομακρυνθεί, ολικά
ή μερικά, η δασική βλάστηση
(που μπορεί να καεί),εμποδίζοντας
έτσι την εξάπλωση της φωτιάς.
Απόβλητα: Κάθε
ποσότητα ρύπων (ουσιών,
θορύβου, ακτινοβολίας, ή
άλλων μορφών ενέργειας)
σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση,
ή αντικειμένων από τα οποία
ο κάτοχός τους θέλει ή πρέπει
ή υποχρεούται να απαλλαγεί,
εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν
ρύπανση (βιομηχανικά, χημικά,
πυρηνικά κ.ά. Απόβλητα).
Απόβλητο: Οποιαδήποτε
ουσία στερεή, υγρή ή αέρια
που είναι άχρηστη για τον
οργανισμό ή για το σύστημα
που την παράγει.
Αποψίλωση: Η
πλήρης καταστροφή της βλάστησης.
Αρθρόποδα: Ζώα,
συνήθως μικροσκοπικά, που
το σώμα τους αποτελείται
από αρθρωτά τμήματα (πόδια,
κεραίες κτλ.).
Αυτορρύθμιση: Η
ικανότητα ενός συστήματος
να αντιπαρέρχεται ορισμένου
εύρους διαταραχές των μεταβλητών
του, να επαναφέρει δηλαδή
την αρχική κατάσταση ισορροπίας.
Αυτορρυθμιστικοί
μηχανισμοί: Βιολογικοί
μηχανισμοί μέσα από τους
οποίους ένα βιολογικό σύστημα
επανέρχεται σε κατάσταση
ισορροπίας.
Β
|
Βιο-: Πρώτο
συνθετικό όρων που σημαίνει
ζωή και γενικά ότι έχει
σχέση με οργανισμούς.
Βιοδυναμική γεωργία:
Μια ειδική κατεύθυνση βιολογικής
γεωργίας, πιο αυστηρής στις
προδιαγραφές της, με ορισμένες
φιλοσοφικές προεκτάσεις,
η οποία παίρνει υπόψη της
και κοσμικούς παράγοντες
π.χ. φάσεις της σελήνης,
επιδράσεις πλανητών κτλ.
Βιοκοινότητα: Το
σύνολο των φυτικών και ζωικών
οργανισμών που συνυπάρχουν
σε ένα βιότοπο. Το βιοτικό
μέρος του οικοσυστήματος.
Βιοκοινωνία: Σύνολο
ομοειδών οργανισμών (φυτικών
ή ζωικών) που συνυπάρχουν
σε ένα βιότοπο και βρίσκονται
σε ισόρροπη και αυτορυθμιζόμενη
αλληλεξάρτηση.
Βιόκοσμος: Το
σύνολο των έμβιων όντων
μιας ορισμένης περιοχής.
Βιολογία: Η
επιστήμη που μελετά τα φαινόμενα
της ζωντανής ύλης.
Βιολογική γεωργία:
Η ήπια μη χημική
γεωργία όπως ορίζεται από
τις προδιαγραφές της IFOAM
και τον Νόμο - Κανονισμό:
ΕΟΚ 2092/91. Συνώνυμα: Οργανική
ή και οικολογική γεωργία.
Βιολογικά προϊόντα
ή προϊόντα βιολογικής γεωργίας,
χαρακτηρίζονται αυτά που
για την παραγωγή τους δεν
χρησιμοποιούνται συνθετικά
ή χημικά λιπάσματα, φυτοφάρμακα
ή ορμόνες, αλλά πιο ήπιες
μέθοδοι αγροπεριβαλλοντικής
παραγωγής, φιλικές προς
το περιβάλλον. Η παραγωγή
τους και η πιστοποίηση τους
διέπονται από το νόμο ΕΟΚ
2092/91, και στην Ελλάδα
υπάρχουν τρεις οργανισμοί
πιστοποίησης και ελέγχου
που συνεργάζονται με το
Υπουργείο Γεωργίας.
Βιολογική αντιμετώπιση:
Η χρησιμοποίηση
ενός ή περισσότερων οργανισμών
από τον άνθρωπο για τον
έλεγχο του πληθυσμού και
της δράσης ενός ή περισσότερων
φυτοπαράσιτων. Ο οργανισμός
μπορεί να είναι έντομο,
ζώο, φυτό, μύκητας, βακτήριο,
ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθούν
και ιοί. Προσοχή: Το γεγονός
ότι σε μια γεωργική εκμετάλλευση
έχουν χρησιμοποιηθεί μέθοδοι
βιολογικής καταπολέμησης
δε σημαίνει ότι τα παραγόμενα
προϊόντα μπορούν να χαρακτηριστούν
βιολογικά. Θα πρέπει να
εξεταστεί αν υπήρξαν άλλες
χημικές επεμβάσεις, κτλ.
Βιολογική εξέλιξη:
Η ανάπτυξη όλων
των ζωντανών οργανισμών
από μία απλή κατάσταση σε
μία πιο σύνθετη, μέσω βαθμιαίων
αλλαγών.
Βιολογικός καθαρισμός:
Η τεχνική καθαρισμού
των λυμάτων από τις οργανικές
ουσίες που περιέχουν, πριν
την απόρριψή τους στο περιβάλλον.
Βιολογικός κύκλος:
Το σύνολο των σταδίων
και φάσεων από τα οποία
περνά ένας φυτικός ή ζωικός
οργανισμός.
Βιομάζα: Το
ολικό ποσό της ζωντανής
ύλης (φυτομάζα και ζωομάζα)
σε ένα συγκεκριμένο οικοσύστημα
ή περιοχή.
Βιόσφαιρα: Το
τμήμα της γήινης σφαίρας
(ξηρά - θάλασσα - αέρας)
όπου οι φυσικοχημικές συνθήκες
επιτρέπουν την ύπαρξη ζωής.
Βιοτικό περιβάλλον:
Το σύνολο των βιοτικών
παραγόντων του φυσικού περιβάλλοντος
(φυτά - ζώα). Οι βιοκοινότητες.
Βιοτικό σύστημα:
Το σύνολο των ζώντων
στοιχείων ενός οικοσυστήματος
(φυτά-ζώα). Η βιοκοινότητα.
Βιότοπος: Ο
χώρος μέσα στον οποίο ζουν
και αναπαράγονται τα μέλη
μιας βιοκοινωνίας. Το αβιοτικό
μέρος του οικοσυστήματος,
δηλαδή το ανόργανο περιβάλλον
(έδαφος - νερά - ατμόσφαιρα).
Βοσκότοπος: Έκταση
στην οποία αναπτύσσεται
βλάστηση (ποώδης, ή ξυλώδης
με θαμνώδη μορφή ή και μικτή)
που αποτελεί τροφή για ήμερα
και άγρια ζώα.
Βουργούνδιος πολτός:
Σκεύασμα φυτοπροστασίας
που παρασκευάζεται με αντίστοιχο
τρόπο με το βορδιγάλειο
πολτό, μόνο που η εξουδετέρωση
του θειικού χαλκού γίνεται
με ανθρακικό νάτριο και
όχι με ασβέστη.
Δ
|
Δασοκομία:
Κλάδος της δασολογίας που
ασχολείται με τη φροντίδα
του δάσους.
Δασολογία: Επιστήμη
που ασχολείται με τη σύσταση,
διατήρηση, καλλιέργεια,
και εκμετάλλευση των δασών.
Δασοπονία: Κλάδος
της δασολογίας που ασχολείται
με την περιποίηση και την
κατάλληλη εκμετάλλευση των
δασών.
Δάσωση: Δημιουργία
(φυσική ή τεχνητή) δάσους
σε περιοχή στην οποία δεν
υπήρχε προηγουμένως δάσος.
Διατήρηση: Το
σύνολο των ενεργειών (μέθοδοι,
χειρισμοί, φροντίδες) του
ανθρώπου ώστε να εξασφαλίζεται
η καλύτερη δυνατή απόδοση
και η πλήρης και συνεχής
λειτουργία των οικοσυστημάτων
(σταθερή και υψηλή απόδοση
των ανανεώσιμων φυσικών
πόρων και αποφυγή σπατάλης
των μη ανανεώσιμων).
Διατηρητέα μνημεία
της φύσης: Κηρύσσονται
περιοχές που παρουσιάζουν
ιδιαίτερη παλαιοντολογική,
γεωμορφολογική και ιστορική
σημασία, καθώς και δέντρα
ή συστάδες δέντρων, υγροβιότοποι
ή και σπάνια είδη φυτών
με ιδιαίτερη βοτανική, φυτογεωγραφική,
αισθητική και ιστορική σημασία.
Βλ. και προστατευόμενοι
φυσικοί σχηματισμοί.
Διαφυλλική λίπανση:
Η λίπανση των φυτών
μέσω του φυλλώματος, με
ειδικά λιπάσματα που διαλύονται
στο νερό και ψεκάζονται
στο φύλλωμα. Χρησιμοποιείται
σε ειδικές περιπτώσεις και
έχει σχεδόν άμεσο αποτέλεσμα.
Δολωματικός ψεκασμός:
Ο ψεκασμός φυτοπροστασίας
που γίνεται, κυρίως στα
ελαιόδενδρα για την αντιμετώπιση
του δάκου, σε μέρος μόνο
της κόμης των δένδρων και
στο διάλυμα του οποίου χρησιμοποιούνται
πέρα από την εντομοκτόνο
ουσία και διάφορες ειδικές
ελκυστικές ουσίες που ελκύουν
τον δάκο.
Δομή του εδάφους:
Το μέγεθος, η μορφή
και η διάταξη των συσσωματωμάτων
του εδάφους.
Δομημένο περιβάλλον:
Το σύνολο των οικοδομικών
έργων του ανθρώπου. Αποτελεί
τμήμα του τεχνητού περιβάλλοντος.
Ε
|
Εγγενής
πολλαπλασιασμός των φυτών
- Σποριόφυτα: Είναι
ο πολλαπλασιασμός με σπόρο.
Το φυτό που προκύπτει λέγεται
σποριόφυτο. Αυτό συνδυάζει
τα χαρακτηριστικά των φυτών
γονέων. Του φυτού που πρόσφερε
το "θηλυκό" μέρος
του άνθους για να δημιουργηθεί
ο καρπός και ο σπόρος (δηλαδή
τον υπερο-ωοθήκη) και του
φυτού που προσέφερε το "αρσενικό"
μέρος του άνθους (τη γύρη).
Η γύρη μπορεί να έχει έλθει
από διαφορετικό φυτό από
αυτό που έφερε τα άνθη,
από φυτό άλλης ποικιλίας
ή ακόμα και από "άγριο"
(μη καλλιεργούμενο φυτό).
Εγκλιματισμός: Η
προσαρμογή ή η αύξηση της
ανοχής που δείχνει ένα είδος
κατά τη διάρκεια αρκετών
γενεών ώστε να μπορεί να
ζει, τουλάχιστον για ένα
μέρος του βιολογικού του
κύκλου, σε μια περιοχή στην
οποία κανονικά δε θα μπορούσε
να επιβιώσει.
Εθνικά πάρκα: Χαρακτηρίζονται
έτσι εκτεταμένες χερσαίες,
υδάτινες ή μικτού χαρακτήρα
περιοχές, οι οποίες παραμένουν
ανεπηρέαστες, ή έχουν ελάχιστα
επηρεαστεί από τις ανθρώπινες
δραστηριότητες και στις
οποίες διατηρείται μεγάλος
αριθμός και ποικιλία αξιόλογων
βιολογικών, οικολογικών,
γεωμορφολογικών και αισθητικών
στοιχείων. 'Όταν το εθνικό
πάρκο, ή μεγάλο τμήμα του
καταλαμβάνει θαλάσσια περιοχή,
ή εκτάσεις δασικού χαρακτήρα,
μπορεί να χαρακτηρίζεται
ειδικότερα ως θαλάσσιο πάρκο
ή εθνικός δρυμός.
Εθνικοί δρυμοί:
βλ. Εθνικά πάρκα.ή(για
τους υπάρχοντες εθνικούς
δρυμούς) κηρύσσονται δασικές
περιοχές οι οποίες παρουσιάζουν
ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από
την άποψη διατήρησης της
άγριας χλωρίδας και πανίδας,
των γεωμορφικών σχηματισμών
του υπεδάφους, της ατμόσφαιρας,
των υδάτων και γενικώς του
φυσικού περιβάλλοντός τους
και των οποίων επιβάλλεται
η προστασία, η διατήρηση
και η βελτίωση της σύνθεσης,
της μορφής και των φυσικών
καλλονών τους, για αισθητική,
ψυχική και υγιεινή απόλαυση
και ανάπτυξη του τουρισμού,
ως και η διενέργεια πάσης
φύσεως επιστημονικών ερευνών.
Είδος: Οργανισμός
ή οργανισμοί που έχουν κοινά
χαρακτηριστικά και συγκροτούν
ένα φυσικό πληθυσμό ή ομάδες
πληθυσμών, μέσα στους οποίους
τα εξειδικευμένα γνωρίσματα
των γονέων μεταβιβάζονται
στους απογόνους τους.
Εισροές: Τα
διάφορα εφόδια όπως λιπάσματα,
φυτοφάρμακα, καύσιμα κ.τ.λ.
που χρησιμοποιούνται για
την παραγωγή των γεωργικών
προϊόντων, βλ. και λέξη
αγροοικοσύστημα.
Εκχύλισμα: Το
υγρό παρασκεύασμα που προκύπτει
αν αφήσουμε σε νερό τεμαχισμένα
μέρη ενός φυτού για ορισμένο
χρονικό διάστημα. Έτσι έχουμε
εκχύλισμα σκόρδου, τσουκνίδας,
κ.ο.κ.
Ελαιοκράμβη: Το
φυτό Brassica rapa, ή γούλι,
που καλλιεργείται για τους
σπόρους του, από τους οποίους
παράγεται λάδι.
Έμβιος: Αυτός
που έχει ζωή. Ο ζωντανός
οργανισμός.
Εμβολιασμός: Η
μεταμόσχευση που γίνεται
με σκοπό τη συγκόλληση ενός
τμήματος φυτού, του εμβολίου,
με άλλο φυτό, που λέγεται
υποκείμενο. Το εμβόλιο είναι
συνήθως ένα κομμάτι βλαστού
ή ένας οφθαλμός "μάτι".
Το υποκείμενο είναι το πιο
κοντινό προς το έδαφος τμήμα
ενός φυτού μαζί με το ριζικό
σύστημα. Ο εμβολιασμός πετυχαίνει
μόνο ανάμεσα σε ποικιλίες
του ίδιου είδους φυτού ή
ανάμεσα σε συγγενικά φυτά.
Ενδημικό είδος:
Το είδος που ζει
μόνο μέσα σε έναν οροθετημένο
γεωγραφικό χώρο στον οποίο
και έχει δημιουργηθεί.
Έντομα: Αρθρόποδα
που το σώμα τους αποτελείται
από τρία τμήματα (κεφάλι,
θώρακα και κοιλιά) και έχουν
έξι πόδια.
Επιθεώρηση: Το
κομμάτι της διαδικασίας
πιστοποίησης που αφορά κυρίως
την επίσκεψη στον ελεγχόμενο
αγρό.
Επικονίαση: Η
μεταφορά της γύρης από το
"αρσενικό" (στήμονες)
στο "θηλυκό" (ύπερος)
τμήμα ενός άνθους.
Ευτροφισμός: Η
υπερβολική ανάπτυξη φυκιών
και άλλων φυτικών οργανισμών
σε λίμνες ή σε κλειστές
θάλασσες (εξαιτίας της αυξημένης
ποσότητας θρεπτικών ουσιών
που προέρχονται από οργανικά
απόβλητα και διάφορα λιπάσματα).
Έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση
των ζωικών οργανισμών, λόγο
μείωσης του διαθέσιμου οξυγόνου
στο νερό.
Ζ
- Η - Θ - Ι
|
Ζιζάνιο:
Κάθε φυτό που "φυτρώνει
εκεί που δεν το σπέρνουν".
Ζιζανιοκτονία: Η
καταστροφή των ενοχλητικών
για τα καλλιεργούμενα φυτά
ζιζανίων, με διάφορους τρόπους,
συνήθως - στη συμβατική
γεωργία - με χημικούς.
Ζωοκοινότητα: Το
σύνολο των ζώων που συνυπάρχουν
σε ένα βιότοπο.
Ηθολογία: Η
μελέτη της συμπεριφοράς
των ζώων στις εκάστοτε συνθήκες
του περιβάλλοντος.
Θειική αμμωνία:
Ευρείας χρήσης
χημικό λίπασμα - θειικό
αμμώνιο - που περιέχει 21%
άζωτο.
Θήραμα: Άγριο
ζώο που έχει θηρευτεί (σκοτωθεί
ή συλληφθεί, ή που θεωρείται
κατάλληλο για κυνήγι.
Θηρευτής: Το
είδος που τρώει κάποιο άλλο
ή άλλα είδη, που ονομάζονται
θηράματα. Λέγεται και αρπακτικό.
Ισορροπία: Η
κατάσταση κατά την οποία
οι παράμετροι ενός πληθυσμού,
κοινότητας ή οικοσυστήματος
διατηρούνται, μέσα σε ορισμένα
όρια, σταθερές για μεγάλη
χρονική περίοδο.
Ιχνοστοιχεία: Βλ.
ανόργανα θρεπτικά στοιχεία.
Κ
- Λ
|
Καταφύγια
θηραμάτων: Κηρύσσονται
δασικές ή δασοσκεπείς περιοχές,
πεδινές εκτάσεις ή ελώδεις
περιοχές στις οποίες απαγορεύεται
εντελώς, είτε ελέγχεται
αυστηρά το κυνήγι, με σκοπό
την προστασία και διάσωση
του φυσικού περιβάλλοντος
καθώς και τη διατήρηση,
ανάπτυξη και εκμετάλλευση
του θηραματικού πλούτου
και της άγριας πανίδας.
Κοινωνία: Ομάδα
ή ομάδες ανθρώπων που συνδέονται
μεταξύ τους και απαρτίζουν
ένα αυτοδιαιωνιζόμενο σύνολο
με τους δικούς του θεσμούς
και το δικό του πολιτισμό.
Κοκκοειδή: Μικροσκοπικά
έντομα που βλάπτουν τα καλλιεργούμενα
φυτά π.χ. το λεκάνιο της
ελιάς. Λέγονται και ψώρες.
Τα έντομα αυτά προσκολλώνται
- από τη μικρή τους ηλικία
- στην επιφάνεια των φύλλων,
κλαδιών ή και καρπών και
ρουφούν τους χυμούς, εξασθενώντας
έτσι το φυτό. Συχνά εκκρίνουν
μελιτώδεις ουσίες, στις
οποίες αναπτύσσεται ένας
μύκητας (καπνιά). Σταδιακά
το σώμα τους καλύπτεται
από ένα μικρό καβούκι, κάτι
που τους εξασφαλίζει προστασία
ακόμα και από ψεκασμούς.
Κομπόστ: Το
υλικό που προκύπτει από
την αερόβια ζύμωσηφυτικών
και ζωικών υπολειμμάτων.
Αποτελεί ένα πολύτιμο οργανικό
λίπασμα για το ζωντάνεμα
του εδάφους.
Κόνδυλος: Τμήμα
ρίζας φυτού με ειδική μορφή
που χρησιμεύει ως αποθήκη
θρεπτικών στοιχείων. Οι
κόνδυλοι της πατάτας, της
γλυκοπατάτας και άλλων φυτών
χρησιμοποιούνται ως τροφή
του ανθρώπου.
Λαίμαργος βλαστός:
Βλαστός με πολύ
γρήγορη και ζωηρή ανάπτυξη
χωρίς καρποφορία. Στα οπωροφόρα
δένδρα είναι ανεπιθύμητος
εκτός από ειδικές περιπτώσεις.
Λιμνολογία: Η
επιστήμη που ασχολείται
με τη μελέτη των λιμναίων
οικοσυστημάτων και γενικότερα
με τη δομή και λειτουργία
κάθε οικοσυστήματος των
εσωτερικών υδάτων (λίμνες,
ποτάμια, έλη).
Λισγάρι: Είδος
φτυαριού με μακρόστενη τετραγωνισμένη,
σχεδόν επίπεδη λάμα, για
κάθετη κατεργασία του εδάφους.
Λύματα: Τα
ακάθαρτα νερά και οι κάθε
είδους ρευστές ακαθαρσίες
που προέρχονται από κατοικημένους
χώρους και ρυπαίνουν το
έδαφος και τα νερά (αστικά
ή οικιακά λύματα).
Μ
|
Μετάβαση:
Η αλλαγή του τρόπου
διαχείρισης ενός κτήματος.
Το πέρασμα από τη συμβατική
στη "βιολογική"
καλλιέργεια. Χρησιμοποιείται
επίσης και όρος μετατροπή.
Συνήθως το μεταβατικό στάδιο
διαρκεί 2 έως 3 χρόνια.
Μηχανική σύσταση
ή υφή του εδάφους: Χαρακτηριστικό
του εδάφους που σχετίζεται
με το μέγεθος των σωματιδίων
(κόκκων) που το αποτελούν.
Έτσι μιλάμε για "ελαφρά"
ή χοντρόκκοκα εδάφη, που
οργώνονται εύκολα, αλλά
δεν συγκρατούν νερό και
θρεπτικά συστατικά, για
"βαριά" ή λεπτόκκοκα
που οργώνονται δύσκολα,
αλλά συγκρατούν πολύ νερό
(και στραγγίζουν δύσκολα,
νεροκρατούν) και συγκρατούν
πολλά θρεπτικά συστατικά
και για "μεσαία"
με ενδιάμεσες ιδιότητες.
Τα εδαφολογικά εργαστήρια
ταξινομούν τα εδάφη σε δώδεκα
κατηγορίες: (π.χ. αμμοπηλώδες,
αμμοαργυλοπηλώδες κ.α) αλλά
σε γενικές γραμμές μπορούμε
να αναφερόμαστε σε "αμμώδη"
ή "ελαφρά" εδάφη,
πηλώδη ή μεσαία και αργιλώδη
ή βαριά.
Μόλυνση: Η
μορφή ρύπανσης που χαρακτηρίζεται
από την παρουσία παθογόνων
|